τι; : προβολή θεματική : από :

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026 στις 19.30

Προβολή ντοκιμαντέρ: "Οι αναρχικοί της δεκαετίας του 1970"

Σημείωμα του δημιουργού:

Πέρασαν 44 χρόνια από εκείνη την 11η Σεπτεμβρίου του 1978 που εγώ και η σύντροφός μου Σοφία Κυρίτση, καταδικαστήκαμε σε 9 και 5 χρόνια φυλακή αντιστοίχως, χωρίς δικαίωμα έφεσης, για «κατασκευή, κατοχή και απόκρυψη 8 βομβών μολότοφ με σκοπό την διάθεση τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργημάτων», αφού έξι μήνες πριν η αστυνομία είχε βρει 8 βόμβες μολότοφ σε ένα υπόγειο μιας αυλής παλιού Αθηναϊκού σπιτιού, μέρος του οποίου νοίκιαζε κάποιος σύντροφος, ο οποίος τους είπε ότι του τις πήγαμε εμείς. Από αυτές τις υπέρογκες ποινές, εγώ έβγαλα στη φυλακή 3 χρόνια και 9 μήνες και η Σοφία 3 χρόνια και 5 μήνες, από τα οποία εγώ τον 1 χρόνο και τον 1 μήνα τον πέρασα σε απεργίες πείνας και η Σοφία πέρασε τους 5 μήνες σε απεργίες πείνας.

Δεν ξέρω αν ήταν σύμπτωση η επιλογή αυτής της ημερομηνίας για την έκδοση μιας τόσο κατάφορα άδικης και εξοργιστικής απόφασης, όμως αυτή η ημερομηνία για την αριστερά ήταν φορτισμένη συναισθηματικά εξαιτίας του γεγονότος ότι, πριν 5 χρόνια από τότε, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο στρατός της Χιλής είχε ανατρέψει τον πρώτο αριστερό εκλεγμένο πρόεδρο στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής, τον «σύντροφο-πρόεδρο» Σαλβαδόρ Αλιέντε της Χιλής, και είχε βυθίσει το αριστερό κίνημα στο αίμα. Το στρατιωτικό αυτό πραξικόπημα υπήρξε από τα πιο αιματηρά στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής, η δικτατορία κράτησε 17 ολόκληρα χρόνια και οι αιματοβαμμένοι στρατιωτικοί, με επικεφαλής τον Αουγκούστο Πινοσέτ, δεν τιμωρήθηκαν ποτέ.

Το στρατιωτικό αυτό πραξικόπημα, σχεδιάστηκε και υποστηρίχτηκε από την αμερικανική C.I.A. (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών-Κ.Υ.Π.) και έκανε τους περισσότερους αριστερούς του πλανήτη να μισήσουν ακόμη περισσότερο το φημισμένο για τις ιμπεριαλιστικές του συνωμοσίες αμερικανικό κράτος. Δεν ξέρω αν η ανάμνηση αυτού του πραξικοπήματος και το πάθος για εκδίκηση ενάντια στις Η.Π.Α. ήταν αυτό που έκανε τους αεροπειρατές που κατέστρεψαν τους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης (καύχημα των Η.Π.Α.), να διαλέξουν την 11η Σεπτεμβρίου σαν ημερομηνία της επίθεσής τους (11 Σεπτεμβρίου 2001), πιστεύω όμως ότι οι περισσότεροι εχθροί του αμερικανικού κράτους χάρηκαν από αυτήν την ενέργεια (κακώς όπως απέδειξαν οι πόλεμοι κατά του Ιράκ και του Αφγανιστάν που ακολούθησαν), όπως είχαν λυπηθεί στις 11 Σεπτεμβρίου 1973.

Όσον αφορά την επιλογή του ελληνικού κράτους συγκεκριμένων ημερομηνιών για να δείχνει τα δόντια του, πιστεύω ότι δεν είναι τυχαία η επιλογή της 28ης Οκτωβρίου σαν ημέρα της στρατιωτικής παρέλασης σε ανάμνηση της νίκης των «Συμμάχων» στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αντί της 9ης Μαΐου που οι νικήτριες ευρωπαϊκές χώρες γιορτάζουν την ήττα του φασισμού στην Ευρώπη. Από την μια προπαγανδίζει τον φασίστα πραξικοπηματία στρατιωτικό δικτάτορα της Ελλάδας εκείνης της εποχής, τον Ιωάννη Μεταξά, από την άλλη είναι η ημερομηνία της σημαντικότερης γιορτής του φασισμού, της Πορείας προς την Ρώμη, των Ιταλών φασιστών του Μπενίτο Μουσσολίνι. Στις 28 Οκτωβρίου πήραν για πρώτη φορά οι φασίστες την εξουσία στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ιταλία.

Αυτά έχω στο μυαλό μου όταν σκέφτομαι την επιλογή της 11ης Σεπτέμβρη, από το μεταπολιτευτικό νεοδημοκρατικό κράτος, σαν ημερομηνίας της επαίσχυντης καταδίκης εμένα και τις Σοφίας με τόσο γελοίες κατηγορίες. Η καταδίκη μας αυτή υπήρξε το πρώτο «γερό» χτύπημα κατά του μεταπολεμικού αναρχισμού στην Ελλάδα και έκανε πράξη την διακήρυξη του νεοδημοκράτη πρωθυπουργού της εποχής εκείνης Κώστα Καραμανλή στην Βουλή, ένα χρόνο πριν: Η αναρχία θα παταχθεί εν τη γενέσει της.

Η απίστευτα βαριά, για τόσο γελοίες κατηγορίες, καταδίκη μας ήταν η απάντηση στο αναρχικό κίνημα της δεκαετίας του 1970, το οποίο έμπαινε στο μάτι, όχι μόνο της δεξιάς αλλά και της αριστεράς, γιατί υπήρξε το πρώτο «αριστερό» κίνημα που μεταπολεμικά αμφισβήτησε στην Ελλάδα την κομμουνιστική αριστερά, η οποία αποτελούσε προέκταση του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης ή του κομμουνιστικού κόμματος της Κίνας. Οι αναρχικοί της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης ήταν οι πρώτοι που αμφισβήτησαν από «αριστερή» σκοπιά τους «σοσιαλιστικούς παράδεισους» της Ε.Σ.Σ.Δ. και της Κίνας, και αποκάλυψαν ότι πρόκειται για δικτατορικά, ολοκληρωτικά, αστυνομικά κράτη. Γι' αυτό αυτή η καταδίκη ήταν αδιάφορη για τους αριστερούς και δεν γνώρισε από την αρχή την αποδοκιμασία τους και την κινητοποίηση τους για την ανατροπή της.

Το τόσο σημαντικό για την πολιτική εξέλιξη του «ανταγωνιστικού» κινήματος, αναρχικό κίνημα της δεκαετίας του 1970, ακόμη περισσότερο σημαντικό επειδή κατά τις επόμενες δεκαετίες δεξιά και αριστερά «τα βρήκανε» μεταξύ τους, με την λεγόμενη Εθνική Συμφιλίωση και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, υποτιμήθηκε και αγνοήθηκε σε βαθμό να ξεχαστεί κατά την δεκαετία του 1990 και έπειτα. Συνέπεια αυτής της λήθης ήταν να φτάσουν αντιεξουσιαστές σαν τον Μαζιώτη, το «Τέρμιναλ 119» και άλλοι, να μιλάνε για εμφάνιση αναρχικού κινήματος μόνο μετά το 1980. Μια εξέλιξη που εξυπηρετούσε τους κομμουνιστές, που τώρα πλέον, από πολλούς «αναρχικούς», θεωρούνταν ιδεολογικοί τους πρόδρομοι και όχι εχθροί του αναρχισμού.

Όταν κατά τα τέλη της δεκαετίας του 2000 οι τότε αντιεξουσιαστές κυκλοφόρησαν ένα ντοκιμαντέρ με συνεντεύξεις κομμουνιστών, με εξαίρεση τον αναρχοκομμουνιστή Θόδωρο Πισιμίση, τους οποίους παρουσίαζαν σαν προδρόμους τους αντιεξουσιαστικού και αναρχικού κινήματος, έχοντας κρύψει συστηματικά την ύπαρξη των αναρχικών της δεκαετίας του 1970, θεώρησα απαραίτητο, όσοι από τους τελευταίους ήμασταν ακόμα εν ζωή, να γυρνάγαμε ένα ντοκιμαντέρ σαν απάντηση στο παραπάνω ντοκιμαντέρ και σαν αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με την ιστορία του μεταπολεμικού αναρχικού κινήματος της Ελλάδας.

Έτσι ξεκίνησα μια σειρά διερευνητικών επαφών με παλιούς αναρχικούς της δεκαετίας του 1970 και με νεότερους, που έδειχναν ενδιαφέρον για ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ, με αποτέλεσμα να φτιαχτεί μια ομάδα που θα έφτιαχνε το σενάριο και θα έπαιρνε τις απαραίτητες συνεντεύξεις. Αποφασιστική σημασία γι' αυτήν την ομάδα είχε ο κάμεραμαν, γιατί εκείνη την εποχή δεν είχε εξελιχθεί η τεχνολογία σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί ο οποιοσδήποτε να βιντεοσκοπεί σε υψηλή ανάλυση, ακόμα και με το κινητό του, ό,τι θέλει, όπως γίνεται σήμερα. Τον ρόλο του κάμεραμαν ανέλαβε, επειδή είχε επαγγελματική βιντεοκάμερα, ο σύντροφος Ε.Α. Και από σεβασμό στους πιο παλιούς από εμένα εμπιστεύθηκα το σενάριο σε έναν σύντροφο που υπήρξε στέλεχος του αναρχικού κινήματος πριν καν εγώ οργανωθώ στον χώρο, στον Κ.Β. Ήξερε προσωπικά περισσότερο κόσμο από τον αναρχικό χώρο της δεκαετίας του 1970, από ότι εγώ, και είχε αποδείξει και τις συγγραφικές και εκδοτικές του ικανότητες βγάζοντας, την δεκαετία του 1970, ένα τεύχος αναρχικής εφημερίδας, για το οποίο φυλακίστηκε για λίγο διάστημα. Ενώ αργότερα είχε καταδικαστεί σαν τρομοκράτης και έβγαλε άλλα δύο ή δυόμιση χρόνια φυλακή.

Αποτέλεσμα του σεβασμού μου προς τον παραπάνω σύντροφο, ήταν να στηριχτεί το ντοκιμαντέρ σε ένα σενάριο που, λίγο-πολύ, απέδιδε την πρωτοβουλία για την δημιουργία μεταπολιτευτικού αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα στον αδελφό του, που είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1974, και στους συμφοιτητές του στην Σχολή Υπομηχανικών της εποχής εκείνης, η οποία ήταν ευρύτερα γνωστή σαν Μικρό Πολυτεχνείο. Και στην επιλογή των συντρόφων που θα έδιναν συνέντευξη, οι απόψεις του επικράτησαν.

Όμως ο βασικός ρόλος που ο παραπάνω σύντροφος είχε στο ντοκιμαντέρ, δεν τον εμπόδισε κάποια μέρα, που στην ομάδα υπήρξαν εντάσεις λόγω της αδυναμίας του κάμεραμαν να είναι διαθέσιμος, να αποσυρθεί από το ντοκιμαντέρ και να αρνηθεί επίμονα την ολοκλήρωσή του. Έτσι η ομάδα διαλύθηκε. Εγώ από την άλλα μεριά, αντιλαμβανόμενος την σημασία του ντοκιμαντέρ αυτού και όσων ακούστηκαν στις λίγες συνεντεύξεις που πρόλαβαν και πάρθηκαν, πριν από την αποχώρηση του συντρόφου, θεώρησα ότι κάτι έπρεπε να κάνω για να μην είναι εντελώς άγνωστη η ιστορία των αναρχικών της δεκαετίας του 1970 στις επόμενες γενιές. Έτσι, χωρίς να έχω καμιά τεχνική εξοικείωση με την δημιουργία βίντεο, με την βοήθεια ενός εύκολου προγράμματος, αυτοσχεδίασα και μόνταρα σε ένα βίντεο διάρκειας 1 ώρας και 20 λεπτών περίπου, στιγμιότυπα από τους αντιδικτατορικούς αγώνες στους οποίους συμμετείχαν αναρχικοί, στιγμιότυπα από ανάλογους μεταπολιτευτικούς αγώνες και κομμάτια από τις συνεντεύξεις που πάρθηκαν, τα οποία θεώρησα πιο σχετικά με τον σκοπό του ντοκιμαντέρ. Πρόσθεσα μάλιστα και προκηρύξεις και αφίσες και κάποια μουσική υπόκρουση. Επίσης ένα βίντεο για τον αντάρτη πόλης Ρολφ Πόλε στον οποίον είχαν συμπαρασταθεί οι αναρχικοί τότε, καθώς και κάποια απόσπασμα από κάποια συνέντευξη που είχα βρει στο διαδίκτυο, συγκεκριμένα του Χρήστου Ζυγομαλά. Μιλώντας αργότερα με τον ίδιο τον Ζυγομαλά, πήρα την άδειά του για την χρήση αυτής της συνέντευξης στο ντοκιμαντέρ.

Το βίντεο που προέκυψε φτιάχτηκε πριν από 10 περίπου χρόνια, κατά τα οποία έλπιζα ότι θα βρω τα μέσα να παρθούν κι άλλες συνεντεύξεις και να γίνει πιο ολοκληρωμένο από άποψη περιεχομένου αλλά και από τεχνική άποψη. Ομολογώ ότι τον πρώτο καιρό το πράγμα δεν προχώρησε, γιατί δεν έβρισκα τα τεχνικά μέσα για να συνεχιστούν οι βιντεοσκοπήσεις, αφού πια είχε διαλυθεί η ομάδα, και κατόπιν, όταν αυτά ήταν διαθέσιμα λόγω της εξέλιξης των κινητών, έκανα άλλα πράγματα, όπως οι μεταφράσεις, και η ζωή μου πέρασε πολύ γρήγορα (όπως περνάει για όλους τους γέρους σύμφωνα με τον Σοπενάουερ), ώστε δεν πρόλαβα να ξανασχοληθώ.

Τώρα πια, που από τους 6 που μιλάνε σε αυτό το ντοκιμαντέρ, οι 4 έχουν ήδη πεθάνει και οι υπόλοιποι είναι αρκετά μεγάλοι και με ιατρικό ιστορικό που δεν διαβεβαιώνει για την μακροζωία τους, ακόμα και αν το ντοκιμαντέρ, στο οποίο αυτό απαντάει, το «Λαχειοπώλες του ουρανού», δεν είναι εδώ και καιρό στη δημοσιότητα, θεώρησα χρήσιμο να μην πάει στράφι όλη αυτή η προσπάθεια και να δημοσιοποιήσω αυτό το ντοκιμαντέρ για τους αναρχικούς της δεκαετίας του 1970 προτού πεθάνω κι εγώ. Άσχετα αν δεν ξέρω πόσο θα ζήσω ακόμα. Έχω υποχρέωση να το κάνω ακόμα και από σεβασμό προς την μνήμη των λίγων συντρόφων που είχαν την αρετή και την τόλμη να συμβάλλουν σε αυτό με τις συνεντεύξεις τους. Γιατί, δυστυχώς, δεν ήταν και λίγοι οι παλιοί σύντροφοι εκείνης της εποχής που αρνήθηκαν να δώσουν συνέντευξη. Εννοείται και από αυτούς κάποιοι έχουν πλέον πεθάνει, ίσως οι περισσότεροι.

Για τις τεχνικές ατέλειες του ντοκιμαντέρ, όπως π.χ. την εκνευριστική αυξομείωση της έντασης του ήχου, αναλαβαίνω προσωπικά όλη την ευθύνη. Το κατά πόσο αυτό το ντοκιμαντέρ έπρεπε να βγει στην δημοσιότητα, ας το κρίνουν αυτοί που θα το δουν και είμαι πρόθυμος να λάβω υπόψη μου κάθε καλοπροαίρετο σχολιασμό."

Φίλιππας Κυρίτσης, 2022